"Τι σου λείπει; Τι σου λείπει;" του φώναξε μόλις ανέβηκε λαχανιασμένος το λόφο κι υποκλίθηκε μπροστά της. "Ψάρια για το δίχτυ σου,όταν φέρνει θύελλα ο άνεμος?Έχω μια μικρή φλογέρα από καλάμι,κι όταν τη φυσάω,τα μπαρμπούνια έρχονται τρέχοντας στον κόλπο.Αλλά έχει κάποιο τίμημα, μορφονιέ,έχει κάποιο τίμημα.Τι σου λείπει? Τι σου λείπει?Μια καταιγίδα να βουλιάξει τα πλοία και να ξεβράσει σεντούκια με πλούσιους θησαυρούς στην παραλία?Έχω περισσότερες καταιγίδες κι απ' τον άνεμο,γιατί υπηρετώ έναν αφέντη απ'αυτόν πιο δυνατό,και μ'ένα κόσκινο κι έναν κουβά νερό μπορώ να στείλω τις γαλέρες στον πάτο της θάλασσας.Αλλά έχει κάποιο τίμημα, μορφονιέ,έχει κάποιο τίμημα.Τι σου λείπει? Τι σου λείπει? Ξέρω ένα λουλούδι που ανθίζει στην κοιλάδα,κανένας έξω από μένα δεν το ξέρει.Έχει φύλλα πορφυρά κι ένα αστέρι στην καρδιά του,κι ο χυμός του είναι άσπρος σαν το γάλα.Αν αγγίξεις με το λουλούδι αυτό τα σκληρά χείλη της βασίλισσας, θα σ'ακολουθήσει σ'ολόκληρο τον κόσμο.Απ'το κρεβάτι του βασιλιά θα σηκωθεί και σ'όλο τον κόσμο θα σ'ακολουθήσει.Κι έχει κάποιο τίμημα, μορφονιέ,έχει κάποιο τίμημα.Τι σου λείπει?Τι σου λείπει? Μπορώ να κοπανίσω ένα βάτραχο μες στο γουδί και να τον κάνω χυλό,και ν'ανακατέψω το χυλό με χέρι πεθαμένου.Ρίξ'το στον εχθρό σου όταν κοιμάται και θα μεταμορφωθεί σε μαύρη οχιά,και θα τον σκοτώσει η ίδια του η μάνα.Με μια ρόδα μπορώ να τραβήξω το φεγγάρι απ'τον ουρανό,και σ'ένα κρύσταλλο μπορώ να σου δείξω το θάνατο.Τι σου λείπει?Τι σου λείπει?Πες μου τι ποθείς και θα σ'το δώσω,και θα μου πληρώσεις το τίμημα, μορφονιέ,θα μου πληρώσεις το τίμημα"."Αυτό που ποθώ δεν είναι σπουδαίο" είπε ο νεαρός ψαράς," κι ωστόσο ο εφημέριος οργίστηκε μαζί μου και μ'έδιωξε.Δεν είναι σπουδαίο,κι οι πραματευτάδες με κορόιδεψαν και μου τ' αρνήθηκαν.Γι'αυτό έρχομαι σε σένα,μόλο που οι άνθρωποι σε λένε κακιά,κι όποιο και να 'ναι το τίμημά σου εγώ θα το πληρώσω".
"Τι θα 'θελες?"ρώτησε η μάγισσα,πλησιάζοντας τον.
"Θέλω να διώξω την ψυχή μου από μέσα μου" απάντησε ο νεαρός ψαράς
Η μάγισσα χλόμιασε κι ανατρίχιασε κι έκρυψε το πρόσωπό της μες στη γαλάζια μπέρτα της."Μορφονιέ,μορφονιέ" ψιθύρισε, "αυτό είναι τρομερό πράγμα".
Τίναξε τις καστανές του μπούκλες και γέλασε."Η ψυχή μου δεν είναι τίποτα για μένα" απάντησε"Δεν μπορώ να την δω.Δεν μπορώ να την αγγίξω.Δεν την ξέρω".
"Τι θα μου δώσεις αν σου πω?"ρώτησε η μάγισσα, κοιτάζοντας τον με τα όμορφα της μάτια.
"Πέντε χρυσά νομίσματα"είπε,"και τα δίχτυα μου και το καλύβι μου και τη βάρκα μου.Μόνο πες μου πως να ξεφορτωθώ την ψυχή μου,κι ό,τι έχω θα σ'το δώσω".
Γέλασε κοροϊδευτικά και τον χτύπησε με το μπουκέτο της."Μπορώ να μεταμορφώσω τα φθινοπωρινά φύλλα σε χρυσάφι"απάντησε,"και μπορώ να πλέξω τις χλομές φεγγαραχτίδες σε ασήμι αν το θελήσω.Αυτός που υπηρετώ είναι πιο πλούσιος απ'όλους τους βασιλιάδες του κόσμου,κι οι κατακτήσεις τους είναι δικές του".
"Τότε τι να σου δώσω"φώναξε,"αν δεν ζητάς ούτε χρυσάφι,ούτε ασήμι?"
Η μάγισσα χάιδεψε τα μαλλιά του με το αδύνατο λευκό χέρι της."Πρέπει να χορέψεις μαζί μου,μορφονιέ"ψιθύρισε, και του χαμογέλασε καθώς μιλούσε.
"Μόνο αυτό?"φώναξε κατάπληκτος ο νεαρός ψαράς και σηκώθηκε.
"Μόνο αυτό"απάντησε και του χαμογέλασε ξανά.
"Το ηλιοβασίλεμα τότε,σε κάποιο μέρος μυστικό θα χορέψουμε μαζί" είπε ο νεαρός ψαράς "κι αφού χορέψουμε ,θα μου πεις αυτό που θέλω να μάθω".
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της."Όταν γεμίσει το φεγγάρι,όταν γεμίσει το φεγγάρι" ψιθύρισε.Έπειτα κοίταξε ολόγυρα κι αφουγκράστηκε.Ένα γαλάζιο πουλί πέταξε κρώζοντας απ'τη φωλιά του κι έκανε κύκλους πάνω από τους αμμόλοφους,και τρία άλλα πουλιά πέρασαν μεσ' απ' το τραχύ γκρίζο χορτάρι σφυρίζοντας το ένα στ' άλλο.Δεν ακουγόταν τίποτα πέρα απ'τον ήχο ενός κύματος που χάιδευε τα στρογγυλά βότσαλα κάτω μακριά.Άπλωσε λοιπόν το χέρι της,τον τράβηξε κοντά της κι έφερε τα στεγνά της χείλη κοντά στο αυτί του.
"Απόψε πρέπει να έρθεις μαζί μου στην κορυφή του βουνού" ψιθύρισε ."Έχουν σύναξη οι μάγισσες και θα'ναι κι Εκείνος εκεί"........
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου